Αχέρων

του Χαράλαμπου Γκούβα




  Η σωματική και η ψυχική δοκιμασία κατα την πολυήμερη παραμονή στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, η μόνωση, οι μαγικές πράξεις, οι προσευχές και οι επικλήσεις, η περιπλάνηση στους σκοτεινούς διαδρόμους και το λαβύρινθο, η κοινή πίστη στην εμφάνιση των νεκρών δημιουργούσαν στον προσκυνητή την κατάλληλη ψυχική προδιάθεση. Σ' αυτό συνέτεινε πολύ η ειδική δίαιτα στην οποία υποβαλλόταν ο προσκυνητής.

  Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν σωροί από κουκκιά, μια μικρόσπερμη ποικιλία, όμοια μι τα αιγυπριακά φούλια και αρκετά λούπινα (λαθούρια). Τα κουκκιά αυτά έχουν τοξικές ιδιότητες κι όταν τρώγονται προκαλουν αέρια, δυσπεψία, άμβλυνση αισθήσεων που φθάνει μέχρι ζάλης και παραισθήσεων με αλλεργικά σύνδρομα (κυαμίαση). Τις ίδιες ενέργεις προκαλούν και τα λούπινα, οι αρχαίοι θέρμοι, όταν τρώγονται χλωροί (λαθυρισμός).Ετσι, με τη χαλάρωση των αισθήσεων, που που έφτανε συχνά στο βαθμό της ζάλης και της ακαταληψίας, δημιουργούνταν οι αναγκαίες προυποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων, εκτός από πολλά άλλα ευρήματα, βρέθηκαν επίσης μια μάζα από σιδερένιους τροχους κάποιας συσκευής, ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένοι χάλκινοι τροχοί τροχαλίας και καστανιέτες. Ανήκουν σ' ένα σύστημα μηχανής (τροχαλίας) που μπορούσε να ανεβάζει και να κατεβάζει ένα σημαντικό βάρος. Τούτο προκύπτει όχι μονάχα από τους δυνατούς τροχούς, αλλά κι από τα ανάσπαστρα, τους τροχούς δηλαδή που σφάλιζαν την τροχαλία από την παλινδρόνηση. Η φύση και η θέση του ευρήματος στο βάθος της αίθουσας,εκεί όπου εφανίζονταν τα είδωλα, μαρτυρούν ότι η μηχανή αυτή προοριζόνταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή της αίθουσας με τη βοήθεια του μεγάλου χάλκινου λέβητα. Για το σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν τους μυστικούς διαδρόμους, στους οποίους μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς.

  Οπως σημειώσαμε, οι τοίχοι ψηλότερα ήταν χτισμένοι με τούβλα, πολλα από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Μεταξύ των δύο εξωτερικων επιφανείων κάθε τοίχου σχηματίζονταν μέσα στο πάχος των τοίχων, διάδρομοι πλάτους 1,50 ή 2,40 μ. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή με τη βοήθεια της τροχαλίας κατέβαιναν κι ανέβαιναν τα σκηνοθετηνένα είδωλα των νεκρών και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους. Φεύγοντας ο επισκέπτης φαίνεται ότι δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, για να μην συναντήσει τους άλλους επισκέπτες που διέμεναν στα δωμάτια του βόρειου διαδρόμου ή της αυλής. Υστερα, ήταν ανάγκη να καθαρισθεί από το μίασμα των νεκρών όπως η Αλκηστις στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.

  Το ιερό πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και εγκαταλείφθηκε οριστικά .Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι Ρωμαίοι, θέλοντας να τιμωρήσουν τους Ηπειρώτες για τη συμμαχία τους με τον Περσέα, το βασιλιά της Μακεδονίας, και να εκδικηθούν για την εκστρατεία του Πύρρου κατα της Ιταλίας (280 π.Χ.) κατέστρεψαν εκ θεμελίων 70 τειχισμένες πόλεις της κεντρικής και νότιας Ηπείρου, τις περισσότερες μολοσσικές και αιχμαλώτισαν 150.000 ανθρώπους. Τον 1ο αιώνα π.Χ. με την εγκατάσταση Ρωμαίων εποίκων στην πεδιάδα του Αχέροντα και την ίδρυση της ρωμαικής αποικίας Φωτικής, βόρεια της Παραμυθιάς, η δυτική πτέρυγα του ιερού κατοικήθηκε ξανά, όπως μαρτυρούν τα κεραμικά ευρήματα, ενίοτε με λατινικές επιγραφές, και τα δύο δωμάτια στη δυτική πλευρά της αυλής.

   Η σημερινή κατάσταση του Νεκρομαντείου μοιάζει με ένα μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο, όμοιο με μαυσωλείο, όπως διαμορφώθηκε από το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα και αργότερα για την ταφή των βαρβάρων ηγεμόνων της ανατολιής (μνημείο του Μαυσώλου της Αλικαρνασσού). Πόσο συντηρητικά ήταν η παράδοση και τα νεκρικά έθιμα αποδείχνεται από το γεγονός ότι η περιγραφή της Οδύσσειας ήταν ο καλύτερος οδυγός για την ερμηνεία των δεδομένων της ανασκαφής. Τα ίδια περίπου νεκρικά έθιμα εξακολούθησαν να τελούνται και στην εποχή του Λουκιανού, 9 αιώνες αργότερα και πολλά από αυτά έπιζούν μέχρι σήμερα στις δοξασίες και τα νεκρικά έθιμα του ελληνικού λαού.

  Είναι αξιοπρόσεχτη η εσωτερική τριμερής διάρθρωση του ιερού. Τρεις διάδρομοι, τρία τα δωμάτια της προετοιμασίας και επομένως τρεις οι φάσεις της μύησης, τρεις οι πύλες σε κάθε διάδρομο και στο λαβύρινθο, τρεις οι εσωτερικες διαιρέσεις του κυρίως ιερού και τρία τα δωμάτια στα δύο πλάγια κλίτη. Η τριμερής αυτή διαίρεση έχει σχέση με την παραμονή των χρηστηριαζομένων που υφίσταντο την προετοιμασία σε τρεις φάσεις, όπως και στα Καβείρια της Σαμοθράκης. Η όλη κατασκευή υπέβαλλε την ιδέα του Κάτω Κόσμου. Ο εισερχόμενος απο το βόρειο διάδρομο,για να φτάσει στην αίθουσα των ειδώλων, στρεφόταν διαρκώς προς τα δεξιά, μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Αδη. Η αποχώρηση, όπως σημειώσαμε, γινόταν απο άλλο δρόμο. Το Νεκρομαντείο ήταν πιο εύκολο προσιτό από το μέρος της θάλασσας. Ο προσκυνητής που ερχόταν από τη νότια Ελλάδα, όταν περνούσε τα ακρωτήριο του Λευκάτα στη νότια άκρη της Λευκάδας, είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν στη χώρα των νεκρων. Οταν έφτανε στις εκβολές του Αχέροντα ,στη χώρα των Χειμερίων, ανέπλεε, όπως και σήμερα, με ένα πλοιάριο τόν Αχέροντα, που τον περιστοίχιζαν καλαμιώνες, ιτιές και λεύκες, το Αλσος της Περσεφόνης.Υστερα αποβιβαζόταν στη βόρεια όχθη της Αχερουσίας λίμνης. Από μακριά ατένιζε με δέος τον τέφρό βράχο, στην κορυφή του οποίου υψωνόταν επιβλητικό, σκυθρωπό και περικλειστο σαν φρούριο, το ιερό του Αδη. Τέλος, ανέβαινε τον αιχμηρό λόφο του Αγίου Ιωάννη και από τη ΒΑ πύλη έμπαινε στην αυλή του ιερού, αναμένοντας την πολυήμερη δοκιμασία.

  Η οικολογία του Αχέροντα ποταμού

Η πανίδα του ποταμού Αχέροντα, αποτελείται από άφθονα μικρά ψάρια, χέλια, καβούρια, βατράχια, πεταλούδες και λίγα ακίνδυνα νερόφιδα. Σπάνια μπορεί να συναντήσει κανείς βίδρες, οι οποίες υπάρχουν και στον Λούρο ποταμό και στον Αχέροντα τρεφόμενες με Πέστροφες. Τέλος στο τελευταίο τμήμα του Αχέροντα («Δάσος της Περσεφόνης») σήμα κατατεθέν είναι οι κρεμάμενες αηδονοφωλιές από τις ιτιές.

Σελίδα 7 από 7
previous



© Copyright Oreivatein 1997-2017 - All rights reserved